Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα προπατῶ, με αντιμετάθεση των φθόγγων (ρο) σε (ορ), πορπατώ που μετεξελίχθηκε σε περπατώ.
Παραδείγματα:
1)Τη νύχταν ήντσαν πορπατεί, αχάντια και καρφίν πατεί.
2) Και με τον ήλεν πορπατώ, με τον φέγγον κοιμούμαι.
Προέλευση:
από το προπατώ