Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πορπατευτά [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: πορπατευτά Προφορά: πορπατευτά
  1. περπατώντας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Πορπατευτά εκατήβαν σην Τραπεζούνταν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια