Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δάκινω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: δάκινω Προφορά: δάκινω
  1. δαγκώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχάιο ρήμα δάκνω - δαγκώνω

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παραδείγματα:
    1) Ένοιξεν το στόμαν ατ’ς να δακίνει μία.
    2) Τα έμορφα τα κορτσόπα τ’ έναν φίλ’, τ’ άλλο δάξον.
    3) Έδαξεν ατο τ’ άλας. (το αλάτι είναι λίγο περισσότερο από το πρέπον)

Παρατηρήσεις - Σχόλια