Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ποργούλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ποργούλ’ Προφορά: ποργούλ
  1. προγούλι όγκος του λαιμού μπροστά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια