Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ποράν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ποράν Προφορά: ποράν
  1. ανησυχία 1) βροχή περαστική (όχι συνεχής) 2) κακό προσωρινό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση :
    τουρκική

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Έναν καιρόν ση Σαντά εντώκεν τρανόν ποράν. ( βροχή περαστική )
    2) Αβούτο τη πολέμ’ το ποράν πά’ μίαν να εδέβαζαμε. ( κακό προσωρινό )

  2. έντονη βροχή μικρής διάρκειας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη buran = θύελλα, καταιγίδα

Παρατηρήσεις - Σχόλια