Προέλευση:
παράγωγο του αρχαίου ρήματος αιρώ = καταλαμβάνω, συλλαμβάνω, προσελκύω, τραβώ προς το μέρος μου
< αιρετικόν άνθρωπον παραιτού. - Καινή Διαθήκη - Επιστολή Παύλου προς Τίτον>
ο αιρετικός, η αιρετικέσα, το αιρετικόν
Παράδειγμα:
Πολλά αιρετικός έν', με τ' ατόν 'κ' ίνηται δουλεία.»
ο αιρετικός,η αιρετικέσα,το αιρετικόν