Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σταυροστάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σταυροστάτ' Προφορά: σταυροστάτ
  1. σταυροδρόμι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια