Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παρεβγαίνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: παρεβγαίνω Προφορά: παρεβγαίνω
  1. παραβγαίνω 1) εξισώνομαι με κάποιον στην ικανότητα 2) γίνομαι πολύ ορατός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια