Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ποπαδία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ποπαδία Προφορά: ποπαδία
  1. 1) γυναίκα του ποπά 2) έντομο παπαδίτσα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ποπαδία, δία, δία, έβγαλ’ τα φτερά σ’ και πέτα.

  2. παπαδιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια