Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πομπή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πομπή Προφορά: πομπή
  1. αθλιότητα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση
    ποιητική

    Παραδείγματα:
    1)Εγώ τον Άδην είδ’ ατον και την πομπήν ατ’ είδα.
    2)Κι εσύ γέλος, κι εσύ πομπή ακόμα πώς κοιμάσαι;

Παρατηρήσεις - Σχόλια