Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πολυχρονισμένος [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: πολυχρονισμένος Προφορά: πολυχρονισμένος
  1. πολύχρονος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση:
    ποιητική

    Παράδειγμα:
    Μαθάν’α̤το κι ο βασιλιάς ο πολυχρονισμένον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια