Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πολυκαματεμένος
[Μετοχή]
Γραφή στην Ποντιακή: πολυκαματεμένος
Προφορά: πολυκαματεμένος
εκείνος που εργάζεται πολύ, που κουράστηκε από την εργασία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Θηλυκό : πολυκαματεμέντζα
Ουδέτερο: πολυκαματεμένον
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια