Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ομμάτα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ομμάτα̤ Προφορά: ομμάτεα
  1. μάτια, όμματα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Πληθυντικός του ουσιαστικού το ομμάτ'

Παρατηρήσεις - Σχόλια