Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παρατούρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παρατούρα Προφορά: παρατούρα
  1. τρύπα πλάγια πόρτα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τη λέξη παραθούρα- παράθυρα

Παρατηρήσεις - Σχόλια