1. Προέλευση:
από το αρχαίο μώμος, ο ψόγος, η μορφή. Σύνθετη λέξη που πιθανότατα έχει την καταγωγή της από το μίμος και γέρων, ο μιμούμενος τον γέρο ο μίμος γέρων.
2. Σχόλια:
Γενική πτώση: του μωμογέρ' ή μωμόγερωνος
Αιτιατική πτώση: τον μωμόγερον
3. Παραδεόγματα:
Αναθεμά τον τον μωμόγερον κι ατόν! - Αναθεμά τον τον γερομασκαρά
Εκομπώθα ασ' είναν μωμόγερον. - με ξεγέλασε ένας παλιόγερος.
4. Αναφορά:
Ου γάρ έσθ όπως σπουδής δικαίας μώμος άψεται ποτέ (Σοφοκλή Αποσπάσματα 257)