Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

μωμόγερος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. μωμόγερος , 2. ωμόγερος Προφορά: μωμόγερος
  1. χωρατατζής, εσχατόγηρος θεομπαίχτης γέρος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  2. γεροξεκούτης, παλιόγερος θεομπαίχτης γέρος, μέλος της ομάδας των μωμόγερων. Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το αρχαίο μώμος, ο ψόγος, η μορφή. Σύνθετη λέξη που πιθανότατα έχει την καταγωγή της από το μίμος και γέρων, ο μιμούμενος τον γέρο ο μίμος γέρων.

    2. Σχόλια:
    Γενική πτώση: του μωμογέρ' ή μωμόγερωνος
    Αιτιατική πτώση: τον μωμόγερον

    3. Παραδεόγματα:
    Αναθεμά τον τον μωμόγερον κι ατόν! - Αναθεμά τον τον γερομασκαρά
    Εκομπώθα ασ' είναν μωμόγερον. - με ξεγέλασε ένας παλιόγερος.

    4. Αναφορά:
    Ου γάρ έσθ όπως σπουδής δικαίας μώμος άψεται ποτέ (Σοφοκλή Αποσπάσματα 257)

Παρατηρήσεις - Σχόλια