Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μουμούλα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μουμούλα̤ Προφορά: μουμούλεα
  1. κατσαρίδες, κάνθαροι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1) Πληθυντικός του ουσιαστικού το μουμούλ' (ιον)
    2) Μάμαλο και μόμ'λο, στο Βεροιώτικο ιδίωμα. Κατά Σ. Σβαρνόπουλο, είναι παρα φθορά τής Βενετσιάνικης λέξης μόμπιλο-το έπιπλο, μεταφορικά ο ασήμαντος. Πιθανόν καί η ποντιακή λέξη να είναι παραφθορά του λατινικού mobilis-e ο κινητός, ο ευκίνητος, ο μετακινούμενος, το κινητόν πράγμα, το έπιπλο (res mobiles).

Παρατηρήσεις - Σχόλια