παράνομος (ο) [Ουσιαστικό, Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: παράνομος
Προφορά: παράνομος
-
1) στο αλώνι ο διάδρομος μεταξύ του σωρού του σταριού και των αχύρων κατά το λίκνισμα
2) αυτός που κάνει κάτι παράνομα
3) αυτός που γίνεται παράνομα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης