Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παραλής (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: παραλής Προφορά: παραλής
  1. πλούσιος, εύπορος αυτός που έχει παράδες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη parali

Παρατηρήσεις - Σχόλια