Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μηρυκούμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μηρυκούμαι Προφορά: μηρυκούμαι
  1. μηρυκάζω, αναμασώ Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  2. μηρυκάζω, αναμασώ Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το ιωνικό μηρυκάομαι - μηρυκώμαι.

    2. Σχόλια:
    Παρατατικός: εμηρυκνούμ'νε
    Μέλλοντας: θα μηρυκούμαι
    Αόριστος: εμηρυκάστα
    Προστακτική: μηρυκού!

    3. Παράδειγμα:
    Μη μηρυκάσαι άμον την μωζίκαν! - Μην μηρυκάζεις σαν τη γελάδα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια