Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εττουρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. εττουρεύω , 2. ετουρεύω Προφορά: εττουρεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) ενεργώ μέσω άλλου
    2) επιβάλλομαι σε άλλον να κάνει κάτι

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια