Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χελάλ [Ουσιαστικό, Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: χελάλ' Προφορά: χελάλ
  1. χαλάλι νόμιμος, συγχωρημένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τορυκική λέξη helal

Παρατηρήσεις - Σχόλια