Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χειλίπλιπλη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χειλίπλιπλη Προφορά: χειλίπλιπλη
  1. χείλη, γλώσσα, δόντια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια