Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ελματσούκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ελματσ̌ούκ' Προφορά: ελματσούκ
  1. χορός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια