Αρσενικό: Ενικός: λιγωμένος Πληθυντικός: λιγωμένοι / λιγωμέν'
Θηλυκό: Ενικός: λιγωμένισσα < λιγωμέν'σσα < λιγωμέντσα Πληθυντικός: λιγωμένοι / λιγωμέν' Ουδέτερο: Ενικός: λιγωμένον Πληθυντικός: λιγωμένα Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.