Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κωλύουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κωλύουμαι Προφορά: κωλύουμαι
  1. εμποδίζομαι, αμαρτάνω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το Ιωνικό και μεταγενέστερο κωλύομαι και κωλύω

    Παρατατικός: εκωλύουμ’νε
    Μέλλοντας: θα κωλύουμαι
    Αόριστος: εκωλύ(γ)α
    Προστακτική: κωλύ(γ)’!

    Αναφορά:
    Νόστου πρόφασισς γλυκερού κώλυεν μείνε (Πινδάρου Πυθιονίκες)

Παρατηρήσεις - Σχόλια