Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ποζεύω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: ποζεύω
Προφορά: ποζεύω
φθείρω, ενοχλώ
1) πηγαίνω προς το χειρότερο 2) ανταλλάσω νόμισμα ανώτερης αξίας με νομίσματα μικρότερης αξίας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη bozmak
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια