Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αράζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αράζω Προφορά: αράζω
  1. 1) πηδώ με δύναμη 2) κάνω άλματα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια