Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα δαιμονίζομαι = με πιάνουν οι διαβόλοι
Ιδίωμα: Χαλδίας
Παράδειγμα: Άμον ντό έκ’σεν ο Γιάννες ντο εμουρταρίεν, εδαιμονιάεν.
Ενεστώτας: δαιμονίουμαι Παρατατικός: εδαιμονίουμ'νε Μέλλοντας: θα δαιμονίουμαι Αόριστος: εδαιμονίγα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.