Προέλευση: τουρκική
Ιδίωμα: Χαλδίας, Τσακράκ Τριπόλεως
Παράδειγμα: Είχͮεν και δύο γατουρτσ̌ήδες χαζούρτς.
Αρσενικό: Ενικός: χαζούρης / χαζούρ'ς / χαζούρτς Πληθυντικός: χαζούροι / χαζούρ'
Θηλυκό: Ενικός: χαζούραινα Πληθυντικός: χαζούρ'
Ουδέτερο: Ενικός: χαζούριν / χαζούρ' Πληθυντικός: χαζούρα̤
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.