Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τραυαγγελίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τραυαγγελίζω Προφορά: τραυαγγελίζω
  1. για παπά που διαβάζει κομμάτι του Ευαγγελίου για ίαση αρρώστου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. 1) επιτιμώ κάποιον με αυστηρότητα 2) για ιερέα που διαβάζει περικοπες Ευαγγελίων Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια