Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τραντάφυλλον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τραντάφυλλον Προφορά: τρανταφύλλον
  1. τριαντάφυλλο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. τριαντάφυλλο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια