Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαχάνισμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαχάνισμαν Προφορά: χαχάνισμαν
  1. καγχασμός το με θόρυβο γέλιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια