χατιρόπαρμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χατιρόπαρμαν
Προφορά: χατιρόπαρμαν
-
1) συλλυπητήρια επίσκεψη, η παρηγοριά των συγγενών πεθαμένου και η προσκόμιση φαγητών από τους προσερχόμενους
2) η συνοδεία από τον γαμπρό, τους παράνυμφους και τους άλλους συγγενείς με μουσική των γονιών της νύφης στη νέα οικογένεια, όπου διασκεδάζουν τη θλίψη τους για τον αποχωρισμό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης