Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χατιρόπαρμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χατιρόπαρμαν Προφορά: χατιρόπαρμαν
  1. 1) συλλυπητήρια επίσκεψη, η παρηγοριά των συγγενών πεθαμένου και η προσκόμιση φαγητών από τους προσερχόμενους 2) η συνοδεία από τον γαμπρό, τους παράνυμφους και τους άλλους συγγενείς με μουσική των γονιών της νύφης στη νέα οικογένεια, όπου διασκεδάζουν τη θλίψη τους για τον αποχωρισμό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια