Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χασομερώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χασομερώ Προφορά: χασομερώ
  1. χρονοτριβώ 1) χάνω την ώρα μου 2) απασχολώ κάποιον από τη δουλειά (μεταβατικό) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια