Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χασομέρι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χασομέρι Προφορά: χασομέρι
  1. χρονοτριβή, καθυστέρηση απώλεια εργάσιμου χρόνου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά χάνω + μέρα

Παρατηρήσεις - Σχόλια