Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χασίρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χασίρα Προφορά: χασίρα
  1. 1) αποπνικτικός καύσωνας με υγρασία 2) σύγκαμα του δέρματος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια