Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σήμαντρον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σήμαντρον Προφορά: σήμαντρον
  1. σήμαντρο της εκκλησίας σιδερένιο έλασμα ή ξύλινη σανίδα ως καμπάνα σε μοναστήρια ή ξωκλήσια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    Από το αρχαιοελληνικό σήμαντρον= σφραγίδα

Παρατηρήσεις - Σχόλια