Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τράμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τράμ’ Προφορά: τραμ
  1. δράμι μονάδα βάρους ίση με το ένα τετρακοσιοστό της οκάς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβκή,από την αραβική λέξη dirhem

  2. το δράμι ( ένα εκατοστό της οκάς) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια