Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κελιαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κελιαεύω Προφορά: κελιαεύω
  1. λιμνάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη κιόλ = λίμνη

    Παράδειγμα:
    Το νερόν εκελιάεψεν κ’ επέρεν το χάταλον κ’ εδέβεν κά’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια