Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ζυγονέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζυγονέα Προφορά: ζυγονέα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    το μάκρος του ζυγού των βοδιών

    Ιδίωμα:
    Τσίτης

    Παράδειγμα:
    Ο ήλεν αμάν αμάν έναν ζυγωνέαν εσ'κώθεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια