Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τούρκισμα (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τούρκισμα Προφορά: τούρκισμα
  1. εξωμοσία πανηγυρική θρησκευτική πράξη κατά την οποία αποκυρήσσει κάποιος με όρκο την προηγούμενη θρησκευτική του πίστη ή τη δογματική του πλάνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια