τουλούμ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τουλούμ’
Προφορά: τουλούμ
-
γκάιντα
ασκί από δέρμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
ασκί
Προέλευση:
τουρκική
Παράδειγμα:
Πώς ευτάς και φουσκών’τς ατά, γίντανε τουλουμόπα.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
αγγείο
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης