Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χασέ (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χασέ Προφορά: χασέ
  1. λευκό πανί από λεπτό και άριστης ποιότητας βαμβάκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αραβική λέξη has = αγνός, καθαρός, ανόθευτος

Παρατηρήσεις - Σχόλια