Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαρχαρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χαρχαρίζω Προφορά: χαρχαρίζω
  1. 1) βγάζω ανώμαλο ήχο από τον λάρυγγα 2) κάνει χαρ χαρ το στήθος μου ( όταν κανείς είναι βαριά άρρωστος) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια