Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαρμονή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαρμονή Προφορά: χαρμονή
  1. χαρά, τέρψη, ευχαρίστηση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα αρχαία, συνήθως στον πληθυντικό: αι χαρμοναί = χαρές, τέρψεις, απολαύσεις

Παρατηρήσεις - Σχόλια