Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χαρίζω Προφορά: χαρίζω
  1. δωροδοκώ 1) προσφέρω ως δώρο κάτι σε κάποιον 2) προσφέρω δώρο στους νεόνυμφους 3) συγχωρώ κάποιον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα χαρίζομαι = δωροδοκώ

    Μέση Φωνή:
    χαρίουμαι= μου δωρίζεται κάτι

Παρατηρήσεις - Σχόλια