Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαρατζοχάρτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαρατζοχάρτ' Προφορά: χαρατζοχάρτ
  1. απόδειξη πληρωμής δημόσιου φόρου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια