Προέλευση: κατά τον Χ. Συμεωνίδη από την τουρκική λέξη zirdeli
Αρσενικό: Ενικός: ζούρταλης Πληθυντικός: ζούρταληδες
Θηλυκό: Ενικός: ζούρταλησα Πληθυντικός: ζούρταληδες
Ουδέτερο: Ενικός: ζούρταλιν Πληθυντικός: ζούρταλια
Επίρρημα: ζούρταλια
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.