Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χάρακα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χάρακα Προφορά: χάρακα
  1. όργανο για τη χάραξη γραμμών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό χάραξ = πάσσαλος

Παρατηρήσεις - Σχόλια