Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χάντζεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χάντζεμαν' Προφορά: χάντζεμαν
  1. καψάλισμα, κάψιμο, ραδιουργία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια